ευγνωμοσύνη

η (ΑΜ εὐγνωμοσύνη) [ευγνώμων]
η αναγνώριση τής ευεργεσίας, το να νιώθει κάποιος υποχρεωμένος για χάρη, ευεργεσία, προσφορά από κάποιον («ευγνωμοσύνη προς τους γονείς, τους δασκάλους» κ.λπ.)
μσν.
γενναιοδωρία («πολλὰ κειμήλια ἡ ἐκκλησία ἐκ τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν προσηκόντων αὐτῇ κέκτηται»)
μσν.-αρχ.
1. ειλικρίνεια, τιμιότητα («μὴ τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν ἀθεΐας λάβῃς ἀρχὴν καὶ συκοφαντίας» — μη χρησιμοποιήσεις την ειλικρίνειά μας για να μάς κατηγορήσεις ως άθεους και να μάς συκοφαντήσεις, Ιω. Χρυσ.)
2. αφοσίωση («ὅρα εὐγνωμοσύνην οἰκέτου
οὐδὲν ἑαυτοῡ εἶναι βούλεται, ἀλλὰ πάντα τοῡ δεσπότου», Ιω. Χρυσ.)
(αρχ)
1. επιείκεια, μετριοπάθεια
2. σωφροσύνη, σύνεση
3. μεγαλοψυχία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐγνωμοσύνη — considerateness fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνωμοσύνῃ — εὐγνωμοσύνη considerateness fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευγνωμοσύνη — η 1. αναγνώριση του καλού που μας έγινε. 2. ευχαριστία, εκδήλωση ευχαριστίας: Χρεωστώ ευγνωμοσύνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευγνωμοσύνη — [эвгномосини] ουσ. в. благодарность, признательность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εὐγνωμοσύνην — εὐγνωμοσύνη considerateness fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγνωμοσύνης — εὐγνωμοσύνη considerateness fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάρη — Η με διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας μη εκτέλεση ή ελάττωση ποινής που επιβλήθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Θεωρείται ιδιότυπος θεσμός και είναι προνόμιο του αρχηγού του κράτους, ο οποίος επεμβαίνει με αυτό τον τρόπο στον τομέα… …   Dictionary of Greek

  • ευχαριστία — η (ΑΜ εὐχαριστία και εὐχαριστεία) 1. συναίσθηση οφειλόμενης χάρης, έκφραση ευγνωμοσύνης, ευγνωμοσύνη 2. ευχαριστήρια δέηση, δοξολογία 3. φρ. α) «θεία ευχαριστία» η θεία μετάληψη, το μυστήριο τής μετουσιώσεως τού άρτου και τού οίνου σε αίμα και… …   Dictionary of Greek

  • εὐγνωμοσύνα — εὐγνωμοσύνᾱ , εὐγνωμοσύνη considerateness fem nom/voc/acc dual εὐγνωμοσύνᾱ , εὐγνωμοσύνη considerateness fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • благоразоумиѥ — БЛАГОРАЗОУМИ|Ѥ (16), ˫А с. Благоразумие, рассудительность, предусмотрительность: Аще къто раба оучить виною б҃очьсть˫а прѣобидѣти своѥго г҃дина. и отъходити отъ слоужьбы. а не съ бл҃горазоумиѥмь и вьсею чьстью слоужити своѥмоу г҃диноу да боудеть… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.